νεόπλουτος

νεόπλουτος
η , ο [ος , ον ] недавно разбогатевший;

ο νεόπλουτος — выскочка, новоявленный богач, нувориш


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "νεόπλουτος" в других словарях:

  • νεόπλουτος — newly become rich masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεόπλουτος — η, ο (Α νεόπλουτος, ον) αυτός που πλούτισε πρόσφατα και αρέσκεται να επιδεικνύει τα πλούτη του, χωρίς να διαθέτει κανένα άλλο προσόν. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + πλοῦτος] …   Dictionary of Greek

  • νεόπλουτος — η, ο αυτός που έγινε πρόσφατα πλούσιος και περηφανεύεται για τα πλούτη του: Ο νεόπλουτος θείος τους μιλούσε συνέχεια για τα ακριβά έπιπλα που είχε αγοράσει τελευταία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νεόπλουτον — νεόπλουτος newly become rich masc/fem acc sg νεόπλουτος newly become rich neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοπλούτοις — νεόπλουτος newly become rich masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοπλούτου — νεόπλουτος newly become rich masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοπλούτους — νεόπλουτος newly become rich masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοπλούτων — νεόπλουτος newly become rich masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοπλούτῳ — νεόπλουτος newly become rich masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεόπλουτα — νεόπλουτος newly become rich neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεόπλουτοι — νεόπλουτος newly become rich masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»